εγγλυφή
•
- σκαλισμένη, έγγλυφη, εγχάρακτη σφραγιστική επιφάνεια ή μήτρα εκτύπωσης Βικιλεξικό
- οι τελωνειακές αρχές κάνουν χρήση: της μολυβδοσφράγισης, της σφράγισης, της σφράγισης με εγγλυφή ή της επίθεσης άλλου είδους συγκεκριμένου σήματος (eur-lex.europa.eu ανεύρεση:2018.08.09.)
Ετυμολογία
εγγλυφή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγγλυφή < ἐγγλύφω < ἐν + γλύφω. Συγχρονικά αναλύεται σε εγ- + γλυφή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγγλυφή | εγγλυφές |
| Γενική | εγγλυφής | εγγλυφών |
| Αιτιατική | εγγλυφή | εγγλυφές |
| Κλητική | εγγλυφή | εγγλυφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →