Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγγράμματος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωποπου γνωρίζει ανάγνωση και γραφή Βικιλεξικό
  2. για πρόσωπομορφωμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγγράμματος < (ελληνιστική κοινή) ἐγγράμματος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγγράμματοςεγγράμματηεγγράμματο
Γενικήεγγράμματουεγγράμματηςεγγράμματου
Αιτιατικήεγγράμματοεγγράμματηεγγράμματο
Κλητικήεγγράμματεεγγράμματηεγγράμματο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγγράμματοιεγγράμματεςεγγράμματα
Γενικήεγγράμματωνεγγράμματωνεγγράμματων
Αιτιατικήεγγράμματουςεγγράμματεςεγγράμματα
Κλητικήεγγράμματοιεγγράμματεςεγγράμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →