Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγγράψιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωμετρίαπου υπάρχει η δυνατότητα να εγγραφεί (λέξη συνήθης κυρίως στη γεωμετρία για σχήματα που μπορεί να εγγραφούν μέσα σε άλλα σχήματα) Βικιλεξικό
    • εγγράψιμο σχήμα σε κύκλο είναι εκείνο για το οποίο υπάρχει κύκλος στον οποίο μπορεί να εγγραφεί, να γίνει δηλαδή εγγεγραμμένο
  2. πληροφορικήαυτός στον οποίο μπορεί κάποιος να καταγράψει πληροφορίες/στοιχεία/δεδομένα Βικιλεξικό
    • εγγράψιμο DVD

Ετυμολογία

εγγράψιμος (ρηματικό επίθετο) < αοριστικό θέμα εγγραψ- του ρήματος εγγράφ(-ω) + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγγράψιμοςεγγράψιμηεγγράψιμο
Γενικήεγγράψιμουεγγράψιμηςεγγράψιμου
Αιτιατικήεγγράψιμοεγγράψιμηεγγράψιμο
Κλητικήεγγράψιμεεγγράψιμηεγγράψιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγγράψιμοιεγγράψιμεςεγγράψιμα
Γενικήεγγράψιμωνεγγράψιμωνεγγράψιμων
Αιτιατικήεγγράψιμουςεγγράψιμεςεγγράψιμα
Κλητικήεγγράψιμοιεγγράψιμεςεγγράψιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →