Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγγυώμαι

ρήμα
•
  1. προσφέρω εγγύηση για την καλή λειτουργία μιας συσκευής και υπόσχομαι ότι θα αποκαταστήσω οποιαδήποτε βλάβη παρουσιαστεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και οφείλεται σε ελάττωμα εκ κατασκευής Βικιλεξικό
  2. προσφέρομαι ως εγγυητής υπέρ τρίτου, δηλώνω ότι θα αναλάβω τις οικονομικές υποχρεώσεις του σε περίπτωση που αυτός αδυνατεί να το πράξει Βικιλεξικό
  3. διαβεβαιώνω κάποιον ότι θα ενεργήσω όπως έχω υποσχεθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγγυώμαι < αρχαία ελληνική ἐγγυῶμαι

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγγυώμαι——εγγυώμεθαεγγυάσθεεγγυώνται
Παρατατικός—————εγγυόνταν / εγγυόντουσαν
Αόριστος—————εγγυηθήκαν / εγγυηθήκανε
Μέλλονταςθα εγγυηθώ / θα εγγυώμαιθα εγγυηθείςθα εγγυηθείθα εγγυηθούμε / θα εγγυώμεθαθα εγγυάσθε / θα εγγυηθείτεθα εγγυηθούν / θα εγγυηθούνε / θα εγγυώνται
Παρακείμενοςέχω εγγυηθείέχεις εγγυηθείέχει εγγυηθείέχουμε εγγυηθείέχετε εγγυηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα εγγυηθείείχες εγγυηθείείχε εγγυηθείείχαμε εγγυηθεί——
Υποτακτικήνα έχω εγγυηθεί / να εγγυηθώ / να εγγυώμαινα έχεις εγγυηθεί / να εγγυηθείςνα έχει εγγυηθεί / να εγγυηθείνα έχουμε εγγυηθεί / να εγγυηθούμε / να εγγυώμεθανα έχετε εγγυηθεί / να εγγυάσθε / να εγγυηθείτενα εγγυηθούν / να εγγυηθούνε / να εγγυώνται
Προστακτική—εγγυήσου——εγγυάσθε / εγγυηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—εγγυάσαιεγγυάταιεγγυόμαστεεγγυάστε—
Παρατατικόςεγγυόμουνεγγυόσουνεγγυότανεγγυόμαστανεγγυόσασταν—
Αόριστοςεγγυήθηκαεγγυήθηκεςεγγυήθηκεεγγυηθήκαμεεγγυηθήκατεεγγυήθηκαν
Μέλλοντας—θα εγγυάσαιθα εγγυάταιθα εγγυόμαστεθα εγγυάστε—
Υποτακτική—να εγγυάσαινα εγγυάταινα εγγυόμαστενα εγγυάστε—
Προστακτική————εγγυάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →