Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγγύς

/eŋˈɟιs/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κοντινός Βικιλεξικό
    • τοποθετούνται δύο ράμματα στην οξεία γωνία του εγγέος και άπω άκρου του αγγείου

Ετυμολογία

εγγύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγγύς → δείτε και με κεφαλαίο αρκτικό: Εγγύς για τα τοπωνύμια.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγγύςεγγείαεγγύ
Γενικήεγγέος / εγγύεγγείαςεγγέος
Αιτιατικήεγγύεγγείαεγγύ
Κλητικήεγγύεγγείαεγγύ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγγείςεγγείεςεγγέα
Γενικήεγγέωνεγγειώνεγγέων
Αιτιατικήεγγείςεγγείεςεγγέα
Κλητικήεγγείςεγγείεςεγγέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εγγύς

/eŋˈɟιs/επίρρημα, αρσενικό
•
  1. λόγιοκοντά Βικιλεξικό
    • εγγύς του σιδηροδρομικού σταθμού
    • οι εγγύς του θανάτου ασθενείς - οι ετοιμοθάνατοι

Ετυμολογία

εγγύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγγύς → δείτε και με κεφαλαίο αρκτικό: Εγγύς για τα τοπωνύμια.

Άλλοι τύποι

εγγέαεγγέοςεγγέωνεγγείαεγγείαςεγγείεςεγγείςεγγειώνεγγύεγγύς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →