εγγύς
•
- κοντινός Βικιλεξικό
- τοποθετούνται δύο ράμματα στην οξεία γωνία του εγγέος και άπω άκρου του αγγείου
Ετυμολογία
εγγύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγγύς → δείτε και με κεφαλαίο αρκτικό: Εγγύς για τα τοπωνύμια.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγγύς | εγγεία | εγγύ |
| Γενική | εγγέος / εγγύ | εγγείας | εγγέος |
| Αιτιατική | εγγύ | εγγεία | εγγύ |
| Κλητική | εγγύ | εγγεία | εγγύ |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγγείς | εγγείες | εγγέα |
| Γενική | εγγέων | εγγειών | εγγέων |
| Αιτιατική | εγγείς | εγγείες | εγγέα |
| Κλητική | εγγείς | εγγείες | εγγέα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →