εγιαλέτι
•
- ιστορίαανώτερη διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποδιαιρούμενη σε σαντζάκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγιαλέτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική eyalet < οθωμανική τουρκική ایالت (eyalet)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγιαλέτι | εγιαλέτια |
| Γενική | εγιαλετιού | εγιαλετιών |
| Αιτιατική | εγιαλέτι | εγιαλέτια |
| Κλητική | εγιαλέτι | εγιαλέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →