εγκάθειρκτος
•
- αυτός που εκτίει ποινή κάθειρξης, που είναι φυλακισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκάθειρκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγκάθειρκτος, εν- + κάθειρξη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκάθειρκτος | εγκάθειρκτη | εγκάθειρκτο |
| Γενική | εγκάθειρκτου | εγκάθειρκτης | εγκάθειρκτου |
| Αιτιατική | εγκάθειρκτο | εγκάθειρκτη | εγκάθειρκτο |
| Κλητική | εγκάθειρκτε | εγκάθειρκτη | εγκάθειρκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκάθειρκτοι | εγκάθειρκτες | εγκάθειρκτα |
| Γενική | εγκάθειρκτων | εγκάθειρκτων | εγκάθειρκτων |
| Αιτιατική | εγκάθειρκτους | εγκάθειρκτες | εγκάθειρκτα |
| Κλητική | εγκάθειρκτοι | εγκάθειρκτες | εγκάθειρκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →