Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκαινιάζω

/eŋ.ɟe.niˈa.zo/ρήμα
•
  1. κηρύσσω την έναρξη λειτουργίας ιδρύματος, καταστήματος, οργανισμού με επίσημη εκδήλωση Βικιλεξικό
  2. θέτω για πρώτη φορά σε εφαρμογή κάτι, χρησιμοποιώ κάτι πρώτος ή για πρώτη φορά Βικιλεξικό
  3. οικείοχρησιμοποιώ πρώτος, ξεκινάω τη χρήση κάποιου πράγματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκαινιάζω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐγκαινιάζω < ελληνιστική κοινή ἐγκαινίζω < ἐγκαίνια

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγκαινιάζωεγκαινιάζειςεγκαινιάζειεγκαινιάζουμεεγκαινιάζετεεγκαινιάζουν / εγκαινιάζουνε
Παρατατικόςεγκαινίαζαεγκαινίαζεςεγκαινίαζεεγκαινιάζαμεεγκαινιάζατεεγκαινίαζαν / εγκαινιάζαν / εγκαινιάζανε
Αόριστοςεγκαινίασαεγκαινίασεςεγκαινίασεεγκαινιάσαμεεγκαινιάσατεεγκαινίασαν / εγκαινιάσαν / εγκαινιάσανε
Μέλλονταςθα εγκαινιάζω / θα εγκαινιάσωθα εγκαινιάζεις / θα εγκαινιάσειςθα εγκαινιάζει / θα εγκαινιάσειθα εγκαινιάζουμε / θα εγκαινιάσουμεθα εγκαινιάζετε / θα εγκαινιάσετεθα εγκαινιάζουν / θα εγκαινιάζουνε / θα εγκαινιάσουν / θα εγκαινιάσουνε
Παρακείμενοςέχω εγκαινιάσειέχεις εγκαινιάσειέχει εγκαινιάσειέχουμε εγκαινιάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εγκαινιάσειείχες εγκαινιάσειείχε εγκαινιάσει———
Υποτακτικήνα έχω εγκαινιάσει / να εγκαινιάζω / να εγκαινιάσωνα έχεις εγκαινιάσει / να εγκαινιάζεις / να εγκαινιάσειςνα έχει εγκαινιάσει / να εγκαινιάζει / να εγκαινιάσεινα έχουμε εγκαινιάσει / να εγκαινιάζουμε / να εγκαινιάσουμενα εγκαινιάζετε / να εγκαινιάσετενα εγκαινιάζουν / να εγκαινιάζουνε / να εγκαινιάσουν / να εγκαινιάσουνε
Προστακτική—εγκαινίαζε / εγκαινίασε——εγκαινιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εγκαινιάστηκαεγκαινιάζομαιεγκαινιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →