εγκαινιάζω
•
- κηρύσσω την έναρξη λειτουργίας ιδρύματος, καταστήματος, οργανισμού με επίσημη εκδήλωση Βικιλεξικό
- θέτω για πρώτη φορά σε εφαρμογή κάτι, χρησιμοποιώ κάτι πρώτος ή για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- οικείοχρησιμοποιώ πρώτος, ξεκινάω τη χρήση κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαινιάζω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐγκαινιάζω < ελληνιστική κοινή ἐγκαινίζω < ἐγκαίνια
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγκαινιάζω | εγκαινιάζεις | εγκαινιάζει | εγκαινιάζουμε | εγκαινιάζετε | εγκαινιάζουν / εγκαινιάζουνε |
| Παρατατικός | εγκαινίαζα | εγκαινίαζες | εγκαινίαζε | εγκαινιάζαμε | εγκαινιάζατε | εγκαινίαζαν / εγκαινιάζαν / εγκαινιάζανε |
| Αόριστος | εγκαινίασα | εγκαινίασες | εγκαινίασε | εγκαινιάσαμε | εγκαινιάσατε | εγκαινίασαν / εγκαινιάσαν / εγκαινιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εγκαινιάζω / θα εγκαινιάσω | θα εγκαινιάζεις / θα εγκαινιάσεις | θα εγκαινιάζει / θα εγκαινιάσει | θα εγκαινιάζουμε / θα εγκαινιάσουμε | θα εγκαινιάζετε / θα εγκαινιάσετε | θα εγκαινιάζουν / θα εγκαινιάζουνε / θα εγκαινιάσουν / θα εγκαινιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εγκαινιάσει | έχεις εγκαινιάσει | έχει εγκαινιάσει | έχουμε εγκαινιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγκαινιάσει | είχες εγκαινιάσει | είχε εγκαινιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγκαινιάσει / να εγκαινιάζω / να εγκαινιάσω | να έχεις εγκαινιάσει / να εγκαινιάζεις / να εγκαινιάσεις | να έχει εγκαινιάσει / να εγκαινιάζει / να εγκαινιάσει | να έχουμε εγκαινιάσει / να εγκαινιάζουμε / να εγκαινιάσουμε | να εγκαινιάζετε / να εγκαινιάσετε | να εγκαινιάζουν / να εγκαινιάζουνε / να εγκαινιάσουν / να εγκαινιάσουνε |
| Προστακτική | — | εγκαινίαζε / εγκαινίασε | — | — | εγκαινιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εγκαινιάστηκαεγκαινιάζομαιεγκαινιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →