εγκαιροφλεγής
•
- για οβίδαπου αναφλέγεται έγκαιρα, στην κατάλληλη ή προγραμματισμένη στιγμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαιροφλεγής < έγκαιρ(ος) + -ο-+ φλέγ(ομαι) + -ής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαιροφλεγής | εγκαιροφλεγής | εγκαιροφλεγές |
| Γενική | εγκαιροφλεγούς | εγκαιροφλεγούς | εγκαιροφλεγούς |
| Αιτιατική | εγκαιροφλεγή | εγκαιροφλεγή | εγκαιροφλεγές |
| Κλητική | εγκαιροφλεγή / εγκαιροφλεγής | εγκαιροφλεγής | εγκαιροφλεγές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαιροφλεγείς | εγκαιροφλεγείς | εγκαιροφλεγή |
| Γενική | εγκαιροφλεγών | εγκαιροφλεγών | εγκαιροφλεγών |
| Αιτιατική | εγκαιροφλεγείς | εγκαιροφλεγείς | εγκαιροφλεγή |
| Κλητική | εγκαιροφλεγείς | εγκαιροφλεγείς | εγκαιροφλεγή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →