εγκαιρότητα
•
- το να γίνεται κάτι τον καιρό που πρέπει, την κατάλληλη χρονική στιγμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαιρότητα < έγκαιρ(ος) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαιρότητα | εγκαιρότητες |
| Γενική | εγκαιρότητας | εγκαιροτήτων |
| Αιτιατική | εγκαιρότητα | εγκαιρότητες |
| Κλητική | εγκαιρότητα | εγκαιρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →