εγκαλλώπισμα
•
- αρχαιοπρεπέςτο αποτέλεσμα του ἐγκαλλωπίζω Βικιλεξικό
- κάτι για το οποίο κάποιος καμαρώνει και υπερηφανεύεται, καύχημα, αγλάισμα ή καμάρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαλλώπισμα < ελληνιστική κοινή ἐγκαλλώπισμα < ἐγκαλλωπίζομαι < ἐν + κάλλος + ὤψ (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαλλώπισμα | εγκαλλωπίσματα |
| Γενική | εγκαλλωπίσματος | εγκαλλωπισμάτων |
| Αιτιατική | εγκαλλώπισμα | εγκαλλωπίσματα |
| Κλητική | εγκαλλώπισμα | εγκαλλωπίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →