Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκαλλώπισμα

/eŋ.ɡaˈlo.pi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχαιοπρεπέςτο αποτέλεσμα του ἐγκαλλωπίζω Βικιλεξικό
  2. κάτι για το οποίο κάποιος καμαρώνει και υπερηφανεύεται, καύχημα, αγλάισμα ή καμάρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκαλλώπισμα < ελληνιστική κοινή ἐγκαλλώπισμα < ἐγκαλλωπίζομαι < ἐν + κάλλος + ὤψ (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκαλλώπισμαεγκαλλωπίσματα
Γενικήεγκαλλωπίσματοςεγκαλλωπισμάτων
Αιτιατικήεγκαλλώπισμαεγκαλλωπίσματα
Κλητικήεγκαλλώπισμαεγκαλλωπίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →