Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκαρδιώνω

ρήμα
•
  1. ενθαρρύνω, εμψυχώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκαρδιώνω < μεσαιωνική ελληνική εγκαρδιώνω < εγκάρδιος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγκαρδιώνωεγκαρδιώνειςεγκαρδιώνειεγκαρδιώνουμεεγκαρδιώνετεεγκαρδιώνουν / εγκαρδιώνουνε
Παρατατικόςεγκαρδίωναεγκαρδίωνεςεγκαρδίωνεεγκαρδιώναμεεγκαρδιώνατεεγκαρδίωναν / εγκαρδιώναν / εγκαρδιώνανε
Αόριστοςεγκαρδίωσαεγκαρδίωσεςεγκαρδίωσεεγκαρδιώσαμεεγκαρδιώσατεεγκαρδίωσαν / εγκαρδιώσαν / εγκαρδιώσανε
Μέλλονταςθα εγκαρδιώνω / θα εγκαρδιώσωθα εγκαρδιώνεις / θα εγκαρδιώσειςθα εγκαρδιώνει / θα εγκαρδιώσειθα εγκαρδιώνουμε / θα εγκαρδιώσουμεθα εγκαρδιώνετε / θα εγκαρδιώσετεθα εγκαρδιώνουν / θα εγκαρδιώνουνε / θα εγκαρδιώσουν / θα εγκαρδιώσουνε
Παρακείμενοςέχω εγκαρδιώσειέχεις εγκαρδιώσειέχει εγκαρδιώσειέχουμε εγκαρδιώσειέχετε εγκαρδιώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εγκαρδιώσειείχες εγκαρδιώσειείχε εγκαρδιώσειείχαμε εγκαρδιώσει——
Υποτακτικήνα έχω εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνω / να εγκαρδιώσωνα έχεις εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνεις / να εγκαρδιώσειςνα έχει εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνει / να εγκαρδιώσεινα έχουμε εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνουμε / να εγκαρδιώσουμενα έχετε εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνετε / να εγκαρδιώσετενα εγκαρδιώνουν / να εγκαρδιώνουνε / να εγκαρδιώσουν / να εγκαρδιώσουνε
Προστακτική—εγκαρδίωνε / εγκαρδίωσε——εγκαρδιώνετε / εγκαρδιώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →