εγκαρδιώνω
•
- ενθαρρύνω, εμψυχώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαρδιώνω < μεσαιωνική ελληνική εγκαρδιώνω < εγκάρδιος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγκαρδιώνω | εγκαρδιώνεις | εγκαρδιώνει | εγκαρδιώνουμε | εγκαρδιώνετε | εγκαρδιώνουν / εγκαρδιώνουνε |
| Παρατατικός | εγκαρδίωνα | εγκαρδίωνες | εγκαρδίωνε | εγκαρδιώναμε | εγκαρδιώνατε | εγκαρδίωναν / εγκαρδιώναν / εγκαρδιώνανε |
| Αόριστος | εγκαρδίωσα | εγκαρδίωσες | εγκαρδίωσε | εγκαρδιώσαμε | εγκαρδιώσατε | εγκαρδίωσαν / εγκαρδιώσαν / εγκαρδιώσανε |
| Μέλλοντας | θα εγκαρδιώνω / θα εγκαρδιώσω | θα εγκαρδιώνεις / θα εγκαρδιώσεις | θα εγκαρδιώνει / θα εγκαρδιώσει | θα εγκαρδιώνουμε / θα εγκαρδιώσουμε | θα εγκαρδιώνετε / θα εγκαρδιώσετε | θα εγκαρδιώνουν / θα εγκαρδιώνουνε / θα εγκαρδιώσουν / θα εγκαρδιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εγκαρδιώσει | έχεις εγκαρδιώσει | έχει εγκαρδιώσει | έχουμε εγκαρδιώσει | έχετε εγκαρδιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγκαρδιώσει | είχες εγκαρδιώσει | είχε εγκαρδιώσει | είχαμε εγκαρδιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνω / να εγκαρδιώσω | να έχεις εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνεις / να εγκαρδιώσεις | να έχει εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνει / να εγκαρδιώσει | να έχουμε εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνουμε / να εγκαρδιώσουμε | να έχετε εγκαρδιώσει / να εγκαρδιώνετε / να εγκαρδιώσετε | να εγκαρδιώνουν / να εγκαρδιώνουνε / να εγκαρδιώσουν / να εγκαρδιώσουνε |
| Προστακτική | — | εγκαρδίωνε / εγκαρδίωσε | — | — | εγκαρδιώνετε / εγκαρδιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →