εγκαρτέρηση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκαρτερώ, η χωρίς καμία διαμαρτυρία υπομονή ή απάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαρτέρηση < εγκαρτερώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαρτέρηση | εγκαρτερήσεις |
| Γενική | εγκαρτέρησης | εγκαρτερήσεων |
| Αιτιατική | εγκαρτέρηση | εγκαρτερήσεις |
| Κλητική | εγκαρτέρηση | εγκαρτερήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →