Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκατάσταση

/eŋ.gaˈta.sta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του ρήματος εγκαθιστώ Βικιλεξικό
  2. η απόκτηση μόνιμης διαμονής-κατοικίας σε έναν τόπο Βικιλεξικό
  3. σύνολο κτηριακών και μηχανολογικών υποδομών Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήη μεταφορά αρχείων ενός προγράμματος σε υπολογιστή με βάση συγκεκριμένες οδηγίες Βικιλεξικό
  5. τέχνηέργο τέχνης το οποίο ενσωματώνει οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών χαρακτηριστικών του χώρου, για να δημιουργήσει μια εννοιολογική εμπειρία σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκατάσταση < καθαρεύουσα ἐγκατάστασις < γαλλική établissement, installation : (όρος πληροφορικής) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική installation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκατάστασηεγκαταστάσεις
Γενικήεγκατάστασηςεγκαταστάσεων
Αιτιατικήεγκατάστασηεγκαταστάσεις
Κλητικήεγκατάστασηεγκαταστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →