εγκατάσταση
•
- η ενέργεια του ρήματος εγκαθιστώ Βικιλεξικό
- η απόκτηση μόνιμης διαμονής-κατοικίας σε έναν τόπο Βικιλεξικό
- σύνολο κτηριακών και μηχανολογικών υποδομών Βικιλεξικό
- πληροφορικήη μεταφορά αρχείων ενός προγράμματος σε υπολογιστή με βάση συγκεκριμένες οδηγίες Βικιλεξικό
- τέχνηέργο τέχνης το οποίο ενσωματώνει οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών χαρακτηριστικών του χώρου, για να δημιουργήσει μια εννοιολογική εμπειρία σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκατάσταση < καθαρεύουσα ἐγκατάστασις < γαλλική établissement, installation : (όρος πληροφορικής) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική installation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκατάσταση | εγκαταστάσεις |
| Γενική | εγκατάστασης | εγκαταστάσεων |
| Αιτιατική | εγκατάσταση | εγκαταστάσεις |
| Κλητική | εγκατάσταση | εγκαταστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →