Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκαταβίωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού εγκαταβιώνω Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη μόνιμη εγκατάσταση και παραμονή σε μοναστήρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκαταβίωση < εγκαταβιώ(νω) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκαταβίωσηεγκαταβιώσεις
Γενικήεγκαταβίωσηςεγκαταβιώσεων
Αιτιατικήεγκαταβίωσηεγκαταβιώσεις
Κλητικήεγκαταβίωσηεγκαταβιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →