εγκαταβίωση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού εγκαταβιώνω Βικιλεξικό
- ειδικότεραη μόνιμη εγκατάσταση και παραμονή σε μοναστήρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαταβίωση < εγκαταβιώ(νω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαταβίωση | εγκαταβιώσεις |
| Γενική | εγκαταβίωσης | εγκαταβιώσεων |
| Αιτιατική | εγκαταβίωση | εγκαταβιώσεις |
| Κλητική | εγκαταβίωση | εγκαταβιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →