εγκατεστημένος
•
- που έχει εγκατασταθεί σε ένα μέρος όπου και κατοικεί μόνιμα Βικιλεξικό
- για συσκευέςπου έχει εγκατασταθεί από κάποιον (π.χ. ειδευμένο τεχνίτη) Βικιλεξικό
- λογισμικόπου έχει εγκατασταθεί, για το οποίο έχουν αποθηκευτεί όλα τα απαραίτητα εκτελέσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες και έχουν εγγραφεί όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο μητρώο ή στα αρχεία ρυθμίσεων του λειτουργικού συστήματος, ώστε να λειτουργεί κανονικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εγκαθιστώ
Άλλοι τύποι
εγκατεστημέναεγκατεστημένεεγκατεστημένεςεγκατεστημένηεγκατεστημένηςεγκατεστημένοεγκατεστημένοιεγκατεστημένοςεγκατεστημένουεγκατεστημένουςεγκατεστημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →