Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκατεστημένος

/eŋ.ɡa.te.stiˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει εγκατασταθεί σε ένα μέρος όπου και κατοικεί μόνιμα Βικιλεξικό
  2. για συσκευέςπου έχει εγκατασταθεί από κάποιον (π.χ. ειδευμένο τεχνίτη) Βικιλεξικό
  3. λογισμικόπου έχει εγκατασταθεί, για το οποίο έχουν αποθηκευτεί όλα τα απαραίτητα εκτελέσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες και έχουν εγγραφεί όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο μητρώο ή στα αρχεία ρυθμίσεων του λειτουργικού συστήματος, ώστε να λειτουργεί κανονικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εγκαθιστώ

Άλλοι τύποι

εγκατεστημέναεγκατεστημένεεγκατεστημένεςεγκατεστημένηεγκατεστημένηςεγκατεστημένοεγκατεστημένοιεγκατεστημένοςεγκατεστημένουεγκατεστημένουςεγκατεστημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →