εγκεφαλικότητα
•
- το να είναι κάποιος εγκεφαλικός, η ιδιότητα του εγκεφαλικού, η κυριαρχία της λογικής και η παράλληλη έλλειψη συναισθήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκεφαλικότητα < εγκεφαλικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκεφαλικότητα | εγκεφαλικότητες |
| Γενική | εγκεφαλικότητας | εγκεφαλικοτήτων |
| Αιτιατική | εγκεφαλικότητα | εγκεφαλικότητες |
| Κλητική | εγκεφαλικότητα | εγκεφαλικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →