εγκληματικότητα
•
- η διάπραξη εγκλημάτων Βικιλεξικό
- η συχνότητα διάπραξης εγκλημάτων σε ένα τόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκληματικότητα < εγκληματικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκληματικότητα | εγκληματικότητες |
| Γενική | εγκληματικότητας | εγκληματικοτήτων |
| Αιτιατική | εγκληματικότητα | εγκληματικότητες |
| Κλητική | εγκληματικότητα | εγκληματικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →