εγκληματολογικός
•
- ο σχετικός με την εγκληματολογία Βικιλεξικό
- ο σχετικός με την εξέταση των στοιχείων που αφορούν σε ένα έγκλημα Βικιλεξικό
- εγκληματολογικό εργαστήριο
Ετυμολογία
εγκληματολογικός < εγκληματολόγος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκληματολογικός | εγκληματολογική | εγκληματολογικό |
| Γενική | εγκληματολογικού | εγκληματολογικής | εγκληματολογικού |
| Αιτιατική | εγκληματολογικό | εγκληματολογική | εγκληματολογικό |
| Κλητική | εγκληματολογικέ | εγκληματολογική | εγκληματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκληματολογικοί | εγκληματολογικές | εγκληματολογικά |
| Γενική | εγκληματολογικών | εγκληματολογικών | εγκληματολογικών |
| Αιτιατική | εγκληματολογικούς | εγκληματολογικές | εγκληματολογικά |
| Κλητική | εγκληματολογικοί | εγκληματολογικές | εγκληματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →