Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκληματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την εγκληματολογία Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με την εξέταση των στοιχείων που αφορούν σε ένα έγκλημα Βικιλεξικό
    • εγκληματολογικό εργαστήριο

Ετυμολογία

εγκληματολογικός < εγκληματολόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκληματολογικόςεγκληματολογικήεγκληματολογικό
Γενικήεγκληματολογικούεγκληματολογικήςεγκληματολογικού
Αιτιατικήεγκληματολογικόεγκληματολογικήεγκληματολογικό
Κλητικήεγκληματολογικέεγκληματολογικήεγκληματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκληματολογικοίεγκληματολογικέςεγκληματολογικά
Γενικήεγκληματολογικώνεγκληματολογικώνεγκληματολογικών
Αιτιατικήεγκληματολογικούςεγκληματολογικέςεγκληματολογικά
Κλητικήεγκληματολογικοίεγκληματολογικέςεγκληματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →