εγκλιματίζομαι
•
- για οργανισμόπροσαρμόζομαι σε ένα νέο περιβάλλον με διαφορετικό κλίμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξοικειώνομαι και προσαρμόζομαι σε ένα νέο για μένα περιβάλλον με άλλες συνήθειες, απαιτήσεις κ.λπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκλιματίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος εγκλιματίζω
Άλλοι τύποι
εγκλιματίστηκαεγκλιματιζόμουνεγκλιματισμένοςεγκλιματιστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →