εγκλιτικό
•
- λέξη που παθαίνει έγκλιση τόνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκλιτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εγκλιτικός < ελληνιστική κοινή ἐγκλιτικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εγκλιτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εγκλιτικός < ελληνιστική κοινή ἐγκλιτικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →