εγκλωβισμένος
•
- που έχει εγκλωβιστεί, που είναι αποκλεισμένος ή περιορισμένος σε ένα στενό χώρο και δεν έχει έξοδο διαφυγής Βικιλεξικό
- στο χρηματιστήριοο επενδυτής που αγόρασε μετοχές σε υψηλή τιμή σε μια περίοδο γρήγορης ανόδου του χρηματιστηρίου και, μην έχοντας προλάβει να εξαργυρώσει τα τυχόντα κέρδη του, δεν μπορεί να τις μεταβιβάσει λόγω της επακόλουθης ραγδαίας πτώσης των τιμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκλωβισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου εγκλωβίζω
Άλλοι τύποι
εγκλωβισμέναεγκλωβισμένεεγκλωβισμένεςεγκλωβισμένηεγκλωβισμένηςεγκλωβισμένοεγκλωβισμένοιεγκλωβισμένοςεγκλωβισμένουεγκλωβισμένουςεγκλωβισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →