Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκοινωνισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςη κοινωνικοποίηση Βικιλεξικό
    • Ο έφηβος, όμως, δεν έχει εισέλθει πλήρως στη σφαίρα της ανάγκης και του φόβου, ο εγκοινωνισμός του δεν έχει ολοκληρωθεί, η ενσωμάτωσή του είναι ημιτελής. (*)

Ετυμολογία

εγκοινωνισμός < εν + κοινωνία + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική socialisation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκοινωνισμόςεγκοινωνισμοί
Γενικήεγκοινωνισμούεγκοινωνισμών
Αιτιατικήεγκοινωνισμόεγκοινωνισμούς
Κλητικήεγκοινωνισμέεγκοινωνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →