εγκολεασμός
•
- ιατρικήη παθολογική είσοδος ενός τμήματος του εντέρου μέσα σε γειτονικό τμήμα, προκαλώντας απόφραξη Βικιλεξικό
- ιατρικήη παθολογική μετατόπιση τμήματος του εγκεφάλου μέσω οστέινων ή μεμβρανωδών δομών του κρανίου, λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκολεασμός < ελληνιστική κοινή ἐν + κολεασμός < κολεάζω < αρχαία ελληνική κολεός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intussusception)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκολεασμός | εγκολεασμοί |
| Γενική | εγκολεασμού | εγκολεασμών |
| Αιτιατική | εγκολεασμό | εγκολεασμούς |
| Κλητική | εγκολεασμέ | εγκολεασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →