εγκρέτα
•
- πτηνόψαροφάγο πελαγόμορφο αποδημητικό πτηνό της οικογένειας των ερωδιιδών Βικιλεξικό
- ενδυμασίαδιακοσμητικά φτερά στο καπέλο Βικιλεξικό
- Εκείνη κρατούσε στο χέρι ένα μπουκέτο κατλέγιες κι ο Σουάν είδε κάτω απ’ τη δαντελένια μαντίλα της πως είχε όμοια λουλούδια στα μαλλιά, πιασμένα από μιαν εγκρέτα από φτερά κύκνου. (Μαρσέλ Προυστ, Από τη μεριά του Σουάν, ελλ. μτφ. Παύλος Ζάννας, επιμ. Παναγιώτης Πούλος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2002, δ΄έκδοση)
Ετυμολογία
εγκρέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική aigrette
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκρέτα | εγκρέτες |
| Γενική | εγκρέτας | — |
| Αιτιατική | εγκρέτα | εγκρέτες |
| Κλητική | εγκρέτα | εγκρέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →