εγκρατεύομαι
•
- αρχαιοπρεπέςείμαι εγκρατής, (καθαρεύουσα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκρατεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκρατεύομαι < ἐγκρατής
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγκρατεύομαι | εγκρατεύεσαι | εγκρατεύεται | εγκρατευόμαστε | εγκρατεύεστε | εγκρατεύονται |
| Παρατατικός | εγκρατευόμουν / εγκρατευόμουνα | εγκρατευόσουν / εγκρατευόσουνα | εγκρατευόταν / εγκρατευότανε | εγκρατευόμασταν / εγκρατευόμαστε | εγκρατευόσασταν / εγκρατευόσαστε | εγκρατευόντουσαν / εγκρατεύονταν |
| Αόριστος | εγκρατεύθηκα | εγκρατεύθηκες | εγκρατεύθηκε | εγκρατευθήκαμε | εγκρατευθήκατε | εγκρατευθήκαν / εγκρατευθήκανε / εγκρατεύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα εγκρατευθώ / θα εγκρατεύομαι | θα εγκρατευθείς / θα εγκρατεύεσαι | θα εγκρατευθεί / θα εγκρατεύεται | θα εγκρατευθούμε / θα εγκρατευόμαστε | θα εγκρατευθείτε / θα εγκρατεύεστε | θα εγκρατευθούν / θα εγκρατευθούνε / θα εγκρατεύονται |
| Παρακείμενος | έχω εγκρατευθεί | έχεις εγκρατευθεί | έχει εγκρατευθεί | έχουμε εγκρατευθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγκρατευθεί | είχες εγκρατευθεί | είχε εγκρατευθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγκρατευθεί / να εγκρατευθώ / να εγκρατεύομαι | να έχεις εγκρατευθεί / να εγκρατευθείς / να εγκρατεύεσαι | να έχει εγκρατευθεί / να εγκρατευθεί / να εγκρατεύεται | να έχουμε εγκρατευθεί / να εγκρατευθούμε / να εγκρατευόμαστε | να εγκρατευθείτε / να εγκρατεύεστε | να εγκρατευθούν / να εγκρατευθούνε / να εγκρατεύονται |
| Προστακτική | — | εγκρατεύσου | — | — | εγκρατευθείτε / εγκρατεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →