Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκρατεύομαι

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςείμαι εγκρατής, (καθαρεύουσα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκρατεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκρατεύομαι < ἐγκρατής

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγκρατεύομαιεγκρατεύεσαιεγκρατεύεταιεγκρατευόμαστεεγκρατεύεστεεγκρατεύονται
Παρατατικόςεγκρατευόμουν / εγκρατευόμουναεγκρατευόσουν / εγκρατευόσουναεγκρατευόταν / εγκρατευότανεεγκρατευόμασταν / εγκρατευόμαστεεγκρατευόσασταν / εγκρατευόσαστεεγκρατευόντουσαν / εγκρατεύονταν
Αόριστοςεγκρατεύθηκαεγκρατεύθηκεςεγκρατεύθηκεεγκρατευθήκαμεεγκρατευθήκατεεγκρατευθήκαν / εγκρατευθήκανε / εγκρατεύθηκαν
Μέλλονταςθα εγκρατευθώ / θα εγκρατεύομαιθα εγκρατευθείς / θα εγκρατεύεσαιθα εγκρατευθεί / θα εγκρατεύεταιθα εγκρατευθούμε / θα εγκρατευόμαστεθα εγκρατευθείτε / θα εγκρατεύεστεθα εγκρατευθούν / θα εγκρατευθούνε / θα εγκρατεύονται
Παρακείμενοςέχω εγκρατευθείέχεις εγκρατευθείέχει εγκρατευθείέχουμε εγκρατευθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα εγκρατευθείείχες εγκρατευθείείχε εγκρατευθεί———
Υποτακτικήνα έχω εγκρατευθεί / να εγκρατευθώ / να εγκρατεύομαινα έχεις εγκρατευθεί / να εγκρατευθείς / να εγκρατεύεσαινα έχει εγκρατευθεί / να εγκρατευθεί / να εγκρατεύεταινα έχουμε εγκρατευθεί / να εγκρατευθούμε / να εγκρατευόμαστενα εγκρατευθείτε / να εγκρατεύεστενα εγκρατευθούν / να εγκρατευθούνε / να εγκρατεύονται
Προστακτική—εγκρατεύσου——εγκρατευθείτε / εγκρατεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →