Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκωμιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εγκωμιάζει, που επαινεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκωμιαστικός < αρχαία ελληνική ἐγκωμιαστικός < ἐγκωμιάζω < ἐγκώμιος < ἐν + κῶμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκωμιαστικόςεγκωμιαστικήεγκωμιαστικό
Γενικήεγκωμιαστικούεγκωμιαστικήςεγκωμιαστικού
Αιτιατικήεγκωμιαστικόεγκωμιαστικήεγκωμιαστικό
Κλητικήεγκωμιαστικέεγκωμιαστικήεγκωμιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκωμιαστικοίεγκωμιαστικέςεγκωμιαστικά
Γενικήεγκωμιαστικώνεγκωμιαστικώνεγκωμιαστικών
Αιτιατικήεγκωμιαστικούςεγκωμιαστικέςεγκωμιαστικά
Κλητικήεγκωμιαστικοίεγκωμιαστικέςεγκωμιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →