Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκόλπιο

/eŋˈgol.pi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βιβλίο που περιέχει οδηγίες και κανονισμούς για μια συγκεκριμένη τέχνη ή επιστήμη σε απλή και κατανοητή γλώσσα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοτιδήποτε θεωρητικά έχει βασικές οδηγίες για συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά Βικιλεξικό
  3. κόσμημα ή άλλο διακριτικό σήμα που κρεμιέται στο λαιμό και φτάνει περίπου στο μέσο του στήθους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκόλπιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐγκόλπιον < ελληνιστική κοινή ἐγκόλπιος : (βιβλίο) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική vade-mecum

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκόλπιοεγκόλπια
Γενικήεγκολπίου / εγκόλπιουεγκολπίων / εγκόλπιων
Αιτιατικήεγκόλπιοεγκόλπια
Κλητικήεγκόλπιοεγκόλπια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →