εγκόλπιο
•
- βιβλίο που περιέχει οδηγίες και κανονισμούς για μια συγκεκριμένη τέχνη ή επιστήμη σε απλή και κατανοητή γλώσσα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε θεωρητικά έχει βασικές οδηγίες για συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά Βικιλεξικό
- κόσμημα ή άλλο διακριτικό σήμα που κρεμιέται στο λαιμό και φτάνει περίπου στο μέσο του στήθους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκόλπιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐγκόλπιον < ελληνιστική κοινή ἐγκόλπιος : (βιβλίο) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική vade-mecum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκόλπιο | εγκόλπια |
| Γενική | εγκολπίου / εγκόλπιου | εγκολπίων / εγκόλπιων |
| Αιτιατική | εγκόλπιο | εγκόλπια |
| Κλητική | εγκόλπιο | εγκόλπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →