Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκόσμια

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο που ζούμε, όσα αφορούν την εγκόσμια ζωή Βικιλεξικό
    • αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να γίνει καλόγερος
    • Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)

Ετυμολογία

εγκόσμια < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εγκόσμιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκόσμιαεγκόσμια
Γενική—εγκοσμίων
Αιτιατική—εγκόσμια
Κλητική—εγκόσμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →