εγκύκλιος
•
- έγγραφο προϊσταμένης αρχής που διανέμεται σε όλες τις υφιστάμενες υπηρεσίες Βικιλεξικό
- Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
- Το υπουργείο Παιδείας έστειλε στα σχολεία μια νέα εγκύκλιο σχετικά με τις απουσίες των μαθητών.
Ετυμολογία
εγκύκλιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγκύκλιος (εννοείται παιδεία), αρχαία σημασία: στρογγυλός > ἐν (ἐγ-) + κύκλιος (κύκλ(ος) + -ιος) : για το ουσιαστικό < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική circulaire (administrative
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκύκλιος | εγκύκλιοι / εγκύκλιοι εγκύκλιες |
| Γενική | εγκυκλίου | εγκυκλίων |
| Αιτιατική | εγκύκλιο | εγκυκλίους / εγκυκλίους εγκύκλιες |
| Κλητική | εγκύκλιε / εγκύκλιε εγκύκλιο | εγκύκλιοι / εγκύκλιοι εγκύκλιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →