Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκύκλιος

/eŋˈɟi.kli.os/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έγγραφο προϊσταμένης αρχής που διανέμεται σε όλες τις υφιστάμενες υπηρεσίες Βικιλεξικό
    • Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
    • Το υπουργείο Παιδείας έστειλε στα σχολεία μια νέα εγκύκλιο σχετικά με τις απουσίες των μαθητών.

Ετυμολογία

εγκύκλιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγκύκλιος (εννοείται παιδεία), αρχαία σημασία: στρογγυλός > ἐν (ἐγ-) + κύκλιος (κύκλ(ος) + -ιος) : για το ουσιαστικό < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική circulaire (administrative

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκύκλιοςεγκύκλιοι / εγκύκλιοι εγκύκλιες
Γενικήεγκυκλίουεγκυκλίων
Αιτιατικήεγκύκλιοεγκυκλίους / εγκυκλίους εγκύκλιες
Κλητικήεγκύκλιε / εγκύκλιε εγκύκλιοεγκύκλιοι / εγκύκλιοι εγκύκλιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εγκύκλιος

/eŋˈɟi.kli.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκπαίδευσηγια τις σπουδές που αφορούν σε ένα μεγάλο εύρος αντικειμένων και προσφέρουν μια γενική μόρφωση (συνήθως εννοούνται οι σπουδές πριν το Πανεπιστήμιο) Βικιλεξικό
    • τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην πόλη όπου γεννήθηκε

Ετυμολογία

εγκύκλιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγκύκλιος (εννοείται παιδεία), αρχαία σημασία: στρογγυλός > ἐν (ἐγ-) + κύκλιος (κύκλ(ος) + -ιος) : για το ουσιαστικό < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική circulaire (administrative

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκύκλιοςεγκύκλια / εγκύκλιοςεγκύκλιο
Γενικήεγκυκλίου / εγκύκλιουεγκυκλίου / εγκύκλιαςεγκυκλίου / εγκύκλιου
Αιτιατικήεγκύκλιοεγκύκλια / εγκύκλιοεγκύκλιο
Κλητικήεγκύκλιεεγκύκλια / εγκύκλιεεγκύκλιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκύκλιοιεγκύκλιες / εγκύκλιοιεγκύκλια
Γενικήεγκυκλίων / εγκύκλιωνεγκυκλίων / εγκύκλιωνεγκυκλίων / εγκύκλιων
Αιτιατικήεγκυκλίους / εγκύκλιουςεγκυκλίους / εγκύκλιεςεγκύκλια
Κλητικήεγκύκλιοιεγκύκλιες / εγκύκλιοιεγκύκλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →