εγκύπτω
•
- λόγιοασχολούμαι με κάτι με ιδιαίτερο ζήλο Βικιλεξικό
- Η κυβέρνηση έχει εγκύψει στο πρόβλημα της ανεργίας.
- Ενέκυψε από νεαρή ηλικία στη ιατρική κι έγινε ο νεαρότερος λέκτορας της σχολής.
Ετυμολογία
εγκύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκύπτω (σκύβω και κοιτάζω μέσα) < ἐν + κύπτω
Άλλοι τύποι
ενέκυψα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →