εγρήγορση
•
- η κατάσταση του ανθρώπου που δεν κοιμάται ή έχει ξυπνήσει ή αγρυπνεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κατάσταση της συνείδησης που είναι σε ετοιμότητα να αντιληφθεί και να δράσει, η επαγρύπνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγρήγορση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγρήγορ(σις) + -ση & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vigilance < αρχαία ελληνική ἐγρήγορα, παρακείμενος του ἐγείρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγρήγορση | εγρηγόρσεις |
| Γενική | εγρήγορσης | εγρηγόρσεων |
| Αιτιατική | εγρήγορση | εγρηγόρσεις |
| Κλητική | εγρήγορση | εγρηγόρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →