εγχείριση
•
- ιατρικήάλλη γραφή του εγχείρηση Βικιλεξικό
- λόγιοη ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγχειρίζω, το να δίνω κάτι στα χέρια κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγχείριση < (καθαρεύουσα) ἐγχείρι(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἐγχειρίζω (βάζω στο χέρι) < ἐν (εγ-) + χείρ. Συγκρίνετε με το εγχείρηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγχείριση | εγχειρίσεις |
| Γενική | εγχείρισης | εγχειρίσεων |
| Αιτιατική | εγχείριση | εγχειρίσεις |
| Κλητική | εγχείριση | εγχειρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →