Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγχειρίδιο

/eŋ.çiˈɾi.ði.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οπλισμόςδίκοπο μαχαίρι που χρησιμοποιείται ως όπλο, στιλέτο Βικιλεξικό
  2. βιβλίο (ή κείμενο δημοσιευμένο σε ψηφιακά μέσα) συνήθως μικρού μεγέθους που εκθέτει με οργανωμένο τρόπο τις βασικές αρχές ενός γνωστικού αντικειμένου Βικιλεξικό
    • και παρόλο που απο τα εγχειρίδια απουσιάζει ο έντονος κραυγαλέος εθνοκεντρισμός, δε λείπει η εθνική κατήχηση (Μαρία Αδάμου, Το εκπαιδευτικό σύστημα στην υπηρεσία του εθνικού κράτους η ελληνική περίπτωση "1950-1976", Εκδόσεις Παπαζήση, 2002, σελ. 590)
    • Στόχος είναι να γίνει αντιληπτό στα πλαίσια του Κριτικού Γραμματισμού από τους μαθητές / τριες της Γ΄τάξης του γενικού λυκείου ότι ο ρατσισμός εμφιλοχωρεί ακόμη και σε επιλεγμένα κείμενα σχολικών εγχειριδίων. (Βιργινία Καψή, Διδακτικές προτάσεις στα δίκτυα κειμένων της Νεοελληνικής Γλώσσας της Γ' τάξης Λυκείου στα πλαίσια του κριτικού γραμματισμού, MSc thesis, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, Ι31/7/2021 https://apothesis.eap.gr/archive/item/72602)
    • Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)

Ετυμολογία

εγχειρίδιο < αρχαία ελληνική ἐγχειρίδιον < ἐν + χείρ + -ίδιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγχειρίδιοεγχειρίδια
Γενικήεγχειρίδιου / εγχειριδίουεγχειριδίων
Αιτιατικήεγχειρίδιοεγχειρίδια
Κλητικήεγχειρίδιοεγχειρίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →