Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγχειρησούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του εγχείρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγχειρησούλα < εγχείρηση + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγχειρησούλαεγχειρησούλες
Γενικήεγχειρησούλας—
Αιτιατικήεγχειρησούλαεγχειρησούλες
Κλητικήεγχειρησούλαεγχειρησούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →