εγχειρησούλα
•
- υποκοριστικό του εγχείρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγχειρησούλα < εγχείρηση + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγχειρησούλα | εγχειρησούλες |
| Γενική | εγχειρησούλας | — |
| Αιτιατική | εγχειρησούλα | εγχειρησούλες |
| Κλητική | εγχειρησούλα | εγχειρησούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →