εγχυτήρας
•
- μηχανισμός έγχυσης ή εισαγωγής υλικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγχυτήρας < εγχέω < αρχαία ελληνική ἐγχέω < χέω < ινδοευρωπαική: gheu- | ghu- «χύνω»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγχυτήρας | εγχυτήρες |
| Γενική | εγχυτήρα | εγχυτήρων |
| Αιτιατική | εγχυτήρα | εγχυτήρες |
| Κλητική | εγχυτήρα | εγχυτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →