εγωκεντρισμός
•
- ψυχολογίαη ψυχοπαθολογική τάση του ατόμου να ανάγει τα πάντα στον εαυτό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγωκεντρισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο:γαλλική égocentrisme < égocentrique < εγώ + κέντρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγωκεντρισμός | εγωκεντρισμοί |
| Γενική | εγωκεντρισμού | εγωκεντρισμών |
| Αιτιατική | εγωκεντρισμό | εγωκεντρισμούς |
| Κλητική | εγωκεντρισμέ | εγωκεντρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →