Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγωλάτρις

/e.ɣoˈla.tɾis/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοθηλυκό του εγωλάτρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγωλάτρις < (καθαρεύουσα) ἐγωλάτρις. Μορφολογικά αναλύεται σε εγωλάτρ(ης) + λόγια κατάληξη θηλυκού -ις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγωλάτριςεγωλάτριδες
Γενικήεγωλάτριδας / εγωλάτριδοςεγωλάτριδων / εγωλατρίδων
Αιτιατικήεγωλάτριδαεγωλάτριδες
Κλητικήεγωλάτρι / εγωλάτρι εγωλάτριςεγωλάτριδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →