Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου αναφέρονται στο εγώ, στη ατομικότητα με την πιο στενή έννοια· εγωιστικός Βικιλεξικό
    • O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστικτο, προτεραιότητα της αυθυπέρβασης, της μετοχής, της προσφοράς, της αμοιβαιότητας. (εφ. Καθημερινή, 15.08.2016)

Ετυμολογία

εγωτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική égotique < αρχαία ελληνική ἐγώ • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγωτικόςεγωτικήεγωτικό
Γενικήεγωτικούεγωτικήςεγωτικού
Αιτιατικήεγωτικόεγωτικήεγωτικό
Κλητικήεγωτικέεγωτικήεγωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγωτικοίεγωτικέςεγωτικά
Γενικήεγωτικώνεγωτικώνεγωτικών
Αιτιατικήεγωτικούςεγωτικέςεγωτικά
Κλητικήεγωτικοίεγωτικέςεγωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →