εδεσματολόγιο
•
- γαστρονομίαμενού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εδεσματολόγιο < εδέσματ(ος) + -ο- + -λόγιο (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική menu)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εδεσματολόγιο | εδεσματολόγια |
| Γενική | εδεσματολογίου / εδεσματολόγιου | εδεσματολογίων / εδεσματολόγιων |
| Αιτιατική | εδεσματολόγιο | εδεσματολόγια |
| Κλητική | εδεσματολόγιο | εδεσματολόγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →