Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηριστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεσαιωνική λέξη (ἐδικὸς) < ἰδικὀς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεδικόςεδικήεδικό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εδικός

αντωνυμία
•
  1. δικός, που ανήκει σε κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεσαιωνική λέξη (ἐδικὸς) < ἰδικὀς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →