εδραιώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εδραιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εδραιώνομαι | εδραιώνεσαι | εδραιώνεται | εδραιωνόμαστε | εδραιώνεστε | εδραιώνονται |
| Παρατατικός | εδραιωνόμουν / εδραιωνόμουνα | εδραιωνόσουν / εδραιωνόσουνα | εδραιωνόταν / εδραιωνότανε | εδραιωνόμασταν / εδραιωνόμαστε | εδραιωνόσασταν / εδραιωνόσαστε | εδραιωνόντουσαν / εδραιώνονταν |
| Αόριστος | εδραιώθηκα | εδραιώθηκες | εδραιώθηκε | εδραιωθήκαμε | εδραιωθήκατε | εδραιωθήκαν / εδραιωθήκανε / εδραιώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα εδραιωθώ / θα εδραιώνομαι | θα εδραιωθείς / θα εδραιώνεσαι | θα εδραιωθεί / θα εδραιώνεται | θα εδραιωθούμε / θα εδραιωνόμαστε | θα εδραιωθείτε / θα εδραιώνεστε | θα εδραιωθούν / θα εδραιωθούνε / θα εδραιώνονται |
| Παρακείμενος | έχω εδραιωθεί | έχεις εδραιωθεί | έχει εδραιωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εδραιωθεί | είχες εδραιωθεί | είχε εδραιωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εδραιωθεί / να εδραιωθώ / να εδραιώνομαι | να έχεις εδραιωθεί / να εδραιωθείς / να εδραιώνεσαι | να έχει εδραιωθεί / να εδραιωθεί / να εδραιώνεται | να εδραιωθούμε / να εδραιωνόμαστε | να εδραιωθείτε / να εδραιώνεστε | να εδραιωθούν / να εδραιωθούνε / να εδραιώνονται |
| Προστακτική | — | εδραιώνου / εδραιώσου | — | — | εδραιωθείτε / εδραιώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →