εδραιώνω
•
- δίνω σε κάτι σταθερές βάσεις, κάνω κάτι σταθερό, σίγουρο, το στερεώνω, το σταθεροποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εδραιώνω < ελληνιστική κοινή ἑδραιόω / ἑδραιῶ < αρχαία ελληνική ἕδρα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εδραιώνω | εδραιώνεις | εδραιώνει | εδραιώνουμε | εδραιώνετε | εδραιώνουν / εδραιώνουνε |
| Παρατατικός | εδραίωνα | εδραίωνες | εδραίωνε | εδραιώναμε | εδραιώνατε | εδραίωναν / εδραιώναν / εδραιώνανε |
| Αόριστος | εδραίωσα | εδραίωσες | εδραίωσε | εδραιώσαμε | εδραιώσατε | εδραίωσαν / εδραιώσαν / εδραιώσανε |
| Μέλλοντας | θα εδραιώνω / θα εδραιώσω | θα εδραιώνεις / θα εδραιώσεις | θα εδραιώνει / θα εδραιώσει | θα εδραιώνουμε / θα εδραιώσουμε | θα εδραιώνετε / θα εδραιώσετε | θα εδραιώνουν / θα εδραιώνουνε / θα εδραιώσουν / θα εδραιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εδραιώσει | έχεις εδραιώσει | έχει εδραιώσει | έχουμε εδραιώσει | έχετε εδραιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εδραιώσει | είχες εδραιώσει | είχε εδραιώσει | είχαμε εδραιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εδραιώσει / να εδραιώνω / να εδραιώσω | να έχεις εδραιώσει / να εδραιώνεις / να εδραιώσεις | να έχει εδραιώσει / να εδραιώνει / να εδραιώσει | να έχουμε εδραιώσει / να εδραιώνουμε / να εδραιώσουμε | να έχετε εδραιώσει / να εδραιώνετε / να εδραιώσετε | να εδραιώνουν / να εδραιώνουνε / να εδραιώσουν / να εδραιώσουνε |
| Προστακτική | — | εδραίωνε / εδραίωσε | — | — | εδραιώνετε / εδραιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →