Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εδρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γενικότεραπου έχει σχέση με την έδρα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου έχει σχέση με την έδρα / τον πρωκτό ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εδρικός < ελληνιστική κοινή ἑδρικός < αρχαία ελληνική ἕδρα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεδρικόςεδρικήεδρικό
Γενικήεδρικούεδρικήςεδρικού
Αιτιατικήεδρικόεδρικήεδρικό
Κλητικήεδρικέεδρικήεδρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεδρικοίεδρικέςεδρικά
Γενικήεδρικώνεδρικώνεδρικών
Αιτιατικήεδρικούςεδρικέςεδρικά
Κλητικήεδρικοίεδρικέςεδρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →