εδωδιμοπωλείο
•
- παρωχημένομπακάλικο, παντοπωλείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εδωδιμοπωλείο < εδώδιμος + -ο- + -πωλείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εδωδιμοπωλείο | εδωδιμοπωλεία |
| Γενική | εδωδιμοπωλείου | εδωδιμοπωλείων |
| Αιτιατική | εδωδιμοπωλείο | εδωδιμοπωλεία |
| Κλητική | εδωδιμοπωλείο | εδωδιμοπωλεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →