Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθναπόστολος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προσωνυμία του Αποστόλου Παύλου (και του Αποστόλου Πέτρου) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου κηρύσσει και ενισχύει τα εθνικά ιδεώδη Βικιλεξικό
    • Ο εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός ή Ρήγας Φεραίος

Ετυμολογία

εθναπόστολος < έθνος + απόστολος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεθναπόστολοςεθναπόστολοι
Γενικήεθναποστόλου / εθναπόστολουεθναποστόλων / εθναπόστολων
Αιτιατικήεθναπόστολοεθναποστόλους / εθναπόστολους
Κλητικήεθναπόστολεεθναπόστολοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →