εθναπόστολος
•
- προσωνυμία του Αποστόλου Παύλου (και του Αποστόλου Πέτρου) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου κηρύσσει και ενισχύει τα εθνικά ιδεώδη Βικιλεξικό
- Ο εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός ή Ρήγας Φεραίος
Ετυμολογία
εθναπόστολος < έθνος + απόστολος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εθναπόστολος | εθναπόστολοι |
| Γενική | εθναποστόλου / εθναπόστολου | εθναποστόλων / εθναπόστολων |
| Αιτιατική | εθναπόστολο | εθναποστόλους / εθναπόστολους |
| Κλητική | εθναπόστολε | εθναπόστολοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →