εθνεγερτήριος
•
- λόγιοπου έχει σχέση με εθνεγερσία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθνεγερτήριος < εθνεγέρτης + -τήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνεγερτήριος | εθνεγερτήρια | εθνεγερτήριο |
| Γενική | εθνεγερτήριου | εθνεγερτήριας | εθνεγερτήριου |
| Αιτιατική | εθνεγερτήριο | εθνεγερτήρια | εθνεγερτήριο |
| Κλητική | εθνεγερτήριε | εθνεγερτήρια | εθνεγερτήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνεγερτήριοι | εθνεγερτήριες | εθνεγερτήρια |
| Γενική | εθνεγερτήριων | εθνεγερτήριων | εθνεγερτήριων |
| Αιτιατική | εθνεγερτήριους | εθνεγερτήριες | εθνεγερτήρια |
| Κλητική | εθνεγερτήριοι | εθνεγερτήριες | εθνεγερτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →