Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνεγερτήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με εθνεγερσία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθνεγερτήριος < εθνεγέρτης + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνεγερτήριοςεθνεγερτήριαεθνεγερτήριο
Γενικήεθνεγερτήριουεθνεγερτήριαςεθνεγερτήριου
Αιτιατικήεθνεγερτήριοεθνεγερτήριαεθνεγερτήριο
Κλητικήεθνεγερτήριεεθνεγερτήριαεθνεγερτήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνεγερτήριοιεθνεγερτήριεςεθνεγερτήρια
Γενικήεθνεγερτήριωνεθνεγερτήριωνεθνεγερτήριων
Αιτιατικήεθνεγερτήριουςεθνεγερτήριεςεθνεγερτήρια
Κλητικήεθνεγερτήριοιεθνεγερτήριεςεθνεγερτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →