εθνικοποιούμαι
•
- γίνομαι εθνικοποιημένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθνικοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος εθνικοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εθνικοποιούμαι | εθνικοποιείσαι | εθνικοποιείται | εθνικοποιούμαστε | εθνικοποιείστε | εθνικοποιούνται |
| Παρατατικός | εθνικοποιούμουν | εθνικοποιούσουν | εθνικοποιούνταν | εθνικοποιούμασταν / εθνικοποιούμαστε | εθνικοποιούσασταν / εθνικοποιούσαστε | εθνικοποιούνταν |
| Αόριστος | εθνικοποιήθηκα | εθνικοποιήθηκες | εθνικοποιήθηκε | εθνικοποιηθήκαμε | εθνικοποιηθήκατε | εθνικοποιήθηκαν / εθνικοποιηθήκαν / εθνικοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα εθνικοποιηθώ / θα εθνικοποιούμαι | θα εθνικοποιείσαι / θα εθνικοποιηθείς | θα εθνικοποιείται / θα εθνικοποιηθεί | θα εθνικοποιηθούμε / θα εθνικοποιούμαστε | θα εθνικοποιείστε / θα εθνικοποιηθείτε | θα εθνικοποιηθούν / θα εθνικοποιηθούνε / θα εθνικοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω εθνικοποιηθεί | έχεις εθνικοποιηθεί | έχει εθνικοποιηθεί | έχουμε εθνικοποιηθεί | έχετε εθνικοποιηθεί | έχουν εθνικοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα εθνικοποιηθεί | είχες εθνικοποιηθεί | είχε εθνικοποιηθεί | είχαμε εθνικοποιηθεί | είχατε εθνικοποιηθεί | είχαν εθνικοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιηθώ / να εθνικοποιούμαι | να έχεις εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιείσαι / να εθνικοποιηθείς | να έχει εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιείται / να εθνικοποιηθεί | να έχουμε εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιηθούμε / να εθνικοποιούμαστε | να έχετε εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιείστε / να εθνικοποιηθείτε | να έχουν εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιηθούν / να εθνικοποιηθούνε / να εθνικοποιούνται |
| Προστακτική | — | εθνικοποιήσου | — | — | εθνικοποιείστε / εθνικοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →