Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνικοποιούμαι

ρήμα
•
  1. γίνομαι εθνικοποιημένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθνικοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος εθνικοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεθνικοποιούμαιεθνικοποιείσαιεθνικοποιείταιεθνικοποιούμαστεεθνικοποιείστεεθνικοποιούνται
Παρατατικόςεθνικοποιούμουνεθνικοποιούσουνεθνικοποιούντανεθνικοποιούμασταν / εθνικοποιούμαστεεθνικοποιούσασταν / εθνικοποιούσαστεεθνικοποιούνταν
Αόριστοςεθνικοποιήθηκαεθνικοποιήθηκεςεθνικοποιήθηκεεθνικοποιηθήκαμεεθνικοποιηθήκατεεθνικοποιήθηκαν / εθνικοποιηθήκαν / εθνικοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα εθνικοποιηθώ / θα εθνικοποιούμαιθα εθνικοποιείσαι / θα εθνικοποιηθείςθα εθνικοποιείται / θα εθνικοποιηθείθα εθνικοποιηθούμε / θα εθνικοποιούμαστεθα εθνικοποιείστε / θα εθνικοποιηθείτεθα εθνικοποιηθούν / θα εθνικοποιηθούνε / θα εθνικοποιούνται
Παρακείμενοςέχω εθνικοποιηθείέχεις εθνικοποιηθείέχει εθνικοποιηθείέχουμε εθνικοποιηθείέχετε εθνικοποιηθείέχουν εθνικοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα εθνικοποιηθείείχες εθνικοποιηθείείχε εθνικοποιηθείείχαμε εθνικοποιηθείείχατε εθνικοποιηθείείχαν εθνικοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιηθώ / να εθνικοποιούμαινα έχεις εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιείσαι / να εθνικοποιηθείςνα έχει εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιείται / να εθνικοποιηθείνα έχουμε εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιηθούμε / να εθνικοποιούμαστενα έχετε εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιείστε / να εθνικοποιηθείτενα έχουν εθνικοποιηθεί / να εθνικοποιηθούν / να εθνικοποιηθούνε / να εθνικοποιούνται
Προστακτική—εθνικοποιήσου——εθνικοποιείστε / εθνικοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →