εθνικός δρυμός
•
- δρυμός ή γενικότερα βιότοπος ή οικοσύστημα με μεγάλη οικολογική αξία και ποικιλομορφία ή ιδιαιτερότητα χλωρίδας και πανίδας, που οριοθετείται και προστατεύεται με ειδικούς νόμους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθνικός δρυμός < εθνικός & δρυμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική national park
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνικός δρυμός | εθνικοί δρυμοί |
| Γενική | εθνικού δρυμού | εθνικών δρυμών |
| Αιτιατική | εθνικό δρυμό | εθνικούς δρυμούς |
| Κλητική | εθνικέ δρυμέ | εθνικοί δρυμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →