εθνικότητα
•
- η ιδιότητα του να ανήκει κάποιος σε ένα έθνος· η υπαγωγή ατόμου σε εθνότητα Βικιλεξικό
- παρατηρείται το φαινόμενο αθλητών που αλλάζουν εθνικότητα προκειμένου να αγωνιστούν σε άλλη εθνική ομάδα
Ετυμολογία
εθνικότητα < εθνικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εθνικότητα | εθνικότητες |
| Γενική | εθνικότητας | εθνικοτήτων |
| Αιτιατική | εθνικότητα | εθνικότητες |
| Κλητική | εθνικότητα | εθνικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →